Κατηγορίες
ΕΦΑΡΜΟΣΜΕΝΗ ΕΠΙΣΤΗΜΗ

Η μόνη συμβουλή που χρειάζεσαι.

Πως να σταματήσεις να δίνεις (ή να παίρνεις) κακές συμβουλές, ακόμα και στον εαυτό σου.

Συμβαίνει σε όλους (δηλαδή και σε σένα).

Όταν απευθύνεσαι σε άλλους για συμβουλές σχετικά με σημαντικές αποφάσεις, πρέπει να είσαι προετοιμασμένος ότι μπορεί να παραστρατήσεις. Τα παραδείγματα είναι πολλά και διάσημα. Ο πατέρας του Warren Buffett, από τους πιο πλούσιους ανθρώπους, τον αποθάρρυνε από το να ασχοληθεί με μετοχές. Ο αδελφός και η σύζυγος του Walt Disney προσπάθησαν να τον πείσουν  να μην κάνει τη “Χιονάτη”, το αριστούργημα που τον εκτόξευσε. Και σε μια ερευνα στο Twitter για το ποια ήταν η χειρότερη συμβουλή που έχεις ποτέ λάβει, η απάντηση της Monica Lewinsky ήταν όλα τα λεφτά. Ο μέντοράς της, της είχε πει ότι “η πρακτική άσκηση στο Λευκό Οίκο θα είναι καταπληκτική για το βιογραφικό σου”.

Γιατί τόσες πολλές συμβουλές αποπροσανατολίζουν;

Το πρόβλημα ξεκινά με το ποιους προσεγγίζεις για συμβουλές: Συχνά αρχίζεις με τις λάθος πηγές. Για παράδειγμα, όλοι μας έχουμε βασιστεί (και στη συνέχεια κατηγορήσει αμείλικτα) σε γονείς και παππούδες για καθοδήγηση σε ζητήματα καριέρας. Ξεχνάμε ότι αυτοί μεγάλωσαν σε μια εποχή που ήταν συνηθισμένο να περνάς όλη σου την καριέρα στην ίδια εταιρία. “Σήμερα, η πραγματικότητα αλλάζει τόσο γρήγορα που οι άνθρωποι γίνονται καθημερινά, μέσα από συμβουλές, σοφότεροι για έναν κόσμο που δεν υπάρχει πια», είπε ο Tim Urban του WaitButWhy στο εξαιρετικό WorkLife του Adam Grant. “Ναι, υπάρχουν φορές που πρέπει να ακούς τη γιαγιά σου, αλλά η καριέρα δεν είναι μία από αυτές».

Και εδώ είναι το κλειδί του προβλήματος. Αν και στις έρευνες δηλώνουμε ότι θέλουμε συμβουλές από έμπειρα άτομα καταλήγουμε να προσεγγίζουμε αυτούς που είναι ενθουσιώδεις και προσιτοί. Συμβαίνει παντού, ακόμα και στις καλύτερες οικογένειες. Στα νοσοκομεία, διαπιστώσαμε ότι όταν οι γιατροί και οι νοσοκόμες χρειάζονται μια δεύτερη γνώμη (φυτό; να η έρευνα), στρέφονται στους πιο προσβάσιμους συναδέλφους τους αντί για τους πιο έμπειρους ειδικούς. Στις εταιρείες τεχνολογίας, τα στοιχεία δείχνουν ότι όταν οι μηχανικοί προσπαθούν να λύσουν κρίσιμα προβλήματα, ζητούν συμβουλές από τους συναδέλφους που τους αρέσουν περισσότερο, όχι από τους ικανότερους (δεν με πιστεύεις; δες την έρευνα). Και σε μια μελέτη εκατοντάδων τραγουδιστών για το πως επέλεξαν τον singing coach τους για το επικό reality τραγουδιού “The Voice” (ναι, έχει γίνει έρευνα και για αυτό), βρέθηκε ότι η πλειοψηφία των επίδοξων νικητών προτίμησε τους coaches που τους επαινούσαν αντί για τους coaches που είχαν βοηθήσει άλλους να κερδίσουν το διαγωνισμό.

Παρόλα αυτά, οι καλές συμβουλές δεν έρχονται με εγγύηση.

Ακόμα κι αν απευθυνθείς στα κατάλληλα άτομα, δεν μπορείς να είσαι σίγουρος ότι θα ξέρουν τι είναι σωστό για σένα. Ακόμα και οι καλύτεροι σύμβουλοι συχνά πέφτουν στην παγίδα που οι κοινωνιολόγοι αποκαλούν Συνομιλητικό Ναρκισσισμό (ορισμός), εστιάζοντας τη συζήτηση στις προσωπικές τους προτιμήσεις και εμπειρίες αντί να να έρχονται στη θέση σου. Όσο περισσότερο ανησυχείς, τόσο πιο απίθανο είναι να παρατηρήσεις αυτές τις αδυναμίες. Το πολύ άγχος εμποδίζει την επεξεργασία πληροφοριών, κάνοντας δύσκολο ή και αδύνατο να διακρίνεις μεταξύ καλών και κακών συμβούλων και τις συγκρούσεις συμφερόντων με τους σχεδόν πάντα καλοπροαίρετους μέντορές σου.

Υπάρχει μια γρήγορη λύση σε αυτό το πρόβλημα. Όταν κάποιος έρχεται σε σένα για συμβουλές, μπορείς να αντισταθείς στην επιθυμία να του δώσεις μια και μόνο συμβουλή. Έτσι και αλλιώς, ο παραλήπτης σπάνια περιμένει να ακούσει τη σοφία σου. Περιμένει να μάθει περισσότερα για το πως θα προσέγγιζες ο ίδιος το θέμα. Περιμένει να ακούσει πως θα επέλεγες τα σωστά κριτήρια για να βρεθεί μια κάποια διέξοδος. Αντίθετα με τη λαϊκή σοφία, οι πιο καλοί σύμβουλοι δεν δίνουν γρήγορες λύσεις. Σε βοηθούν να δεις τα τυφλά σημεία στη σκέψη σου και να ιεραρχήσεις τις προτεραιότητές σου.


Ιστορίες, σαν και αυτή, που εμπνέουν και παρακινούν. Κάθε βδομάδα στο email σου.


Έχεις παρατηρήσει ότι είσαι σοφότερος όταν δίνεις συμβουλές από ότι όταν τις παίρνεις;

Δεν είσαι ο μόνος. Στην ψυχολογία, ονομάζεται το Παράδοξο του Σολομώντα (έρευνα) και συμβαίνει επειδή έχεις τη σωστή απόσταση από τα προβλήματα των άλλων από ότι από τα δικά σου. Όταν κάνεις τις δικές σου επιλογές, τείνεις να υπερβάλεις με τους τρόπους που οι επιλογές σου διαφέρουν μεταξύ τους. Και κάπου εκεί το χάνεις, καθώς δεν μπορείς να διαχειριστείς μια τόσο λεπτομερή ανάλυση. Όταν όμως δίνεις συμβουλές σε άλλους, βλέπεις τη μεγάλη εικόνα. Αντί να προσπαθείς να σταθμίσεις όλες τις ασημαντότητες, βασίζεις τις συστάσεις σου στους δύο τρεις πιο σημαντικούς παράγοντες.

Το μάθημα εδώ είναι ότι ένας από τους πιο αποτελεσματικούς τρόπους για να λαμβάνεις καλύτερες συμβουλές είναι να δίνεις (μπόλικες). Οι ψυχολόγοι το ξέρουν εδώ και καιρό. Γινόμαστε σοφότεροι όταν σκεφτόμαστε τα δικά μας προβλήματα από την οπτική τρίτων, ώστε όχι απλά να ξέρουμε τι είναι το σωστό, αλλά και να το κάνουμε.

Το να δίνεις συμβουλές δεν σε βοηθά μόνο να παίρνεις καλύτερες αποφάσεις, σε βοηθά και να τις ακολουθείς.

Σε ένα πείραμα, όταν ανατέθηκε σε μαθητές γυμνασίου να δώσουν συμβουλές σε νεότερους μαθητές για το πώς να βελτιώσουν τις επιδόσεις τους, ήταν οι δικοί τους βαθμοί που βελτιώθηκαν. Σε άλλα πειράματα, που εξέταζαν το αν λαμβάνεις καλές συμβουλές σε κινητοποιεί περισσότερο από οτιδήποτε, το αντίθετο βγήκε αληθινό. Ήταν αυτοί που έδιναν τις συμβουλές, όχι εκείνοι που τις άκουγαν, που κινητοποιήθηκαν. Αναζήτησαν δουλειές, εξοικονόμησαν χρήματα, έχασαν βάρος και έλεγξαν τους πειρασμούς τους.

Το συμπέρασμα είναι απλό, αλλά μοναχικό. Αν θες να παίρνεις καλύτερες αποφάσεις, ξεκίνα αναλογιζόμενος με το τι θα έλεγες σε κάποιον άλλο με μια παρόμοια ερώτηση. Άκουσε προσεκτικά τις συμβουλές που θα έδινες στους άλλους. Θα εκπλαγείς, αλλά συνήθως αυτή είναι και η μόνη συμβουλή που χρειάζεσαι.


Απόδοση βασισμένη στο άρθρο “We Get, and Give, Lots of Bad Advice. Here’s How to Stop.” του κορυφαίου οργανωσιακού ψυχολόγου Adam Grant, που είναι πίσω από το εξαιρετικό podcast WorkLife, για τους The New York Times. Η μουσική είναι από το project ηλεκτρονικής μουσικής TR/ST του Καναδού Robert Alfons.

Κατηγορίες
ΕΦΑΡΜΟΣΜΕΝΗ ΕΠΙΣΤΗΜΗ

Η θεωρία της παράταιρης προσπάθειας.

Γιατί το σώμα σου εγκαταλείπει λίγο πριν φτάσεις ένα στόχο και άλλα μαθήματα αυτοπεποίθησης. 

Το έχεις ζήσει. 

Προπονείσαι για τον πρώτο σου αγώνα. Ετοιμάζεσαι να ανέβεις στη σκηνή για να μιλήσεις σε δεκάδες ξένους. Πρέπει να απαντήσεις σε ένα τεστ που θα καθορίσει την μελλοντική σου ζωή. Όποια και να είναι η σκηνή, είναι η αβεβαιότητα της προσπάθειας που φέρνει φόβο, νεύρα ακόμα και δάκρυα. Τί νομίζεις ότι είναι καλύτερο να κάνεις; Να αγνοήσεις τη δυσκολία και να πεις στον εαυτό σου ότι δεν θα πονέσει, θα τα καταφέρω. Ή να προετοιμαστείς ψυχολογικά για την προσπάθεια που ακολουθεί σαν να είναι η μεγαλύτερη δυσκολία που θα αντιμετωπίσεις.

Ευτυχώς για σένα, για μας, οι επιστήμονες έχουν μελετήσει αυτό το φαινόμενο (φυτό; διάβασε τη μελέτη) και έχουν απάντηση. Πάρε για παράδειγμα το πιο προσιτό σπορ, το τρέξιμο. Οι ερευνητές έχουν μια καλή εικόνα για το ρυθμό που θα αναπτύξεις σε μια διαδρομή. Βασίζεται στη σύγκριση της προσπάθειας που απαιτείται απέναντι σε αυτή που περίμενες ότι θα χρειαστεί. Και συνοψίζεται στο εξής απλό, μα εντελώς μη αυτονόητο, συμπέρασμα. Όταν η προσπάθεια που απαιτείται είναι δραματικά λιγότερη από ότι περίμενες, το σώμα σου επιταχύνει, όταν είναι δραματικά περισσότερη, επιβραδύνει.


Ιστορίες, σαν και αυτή, που εμπνέουν και παρακινούν. Κάθε βδομάδα στο email σου.


Την αποκαλώ, χαριτολογώντας, θεωρία της παράταιρης προσπάθειας.

Βασικά λέει ότι όταν η προσπάθεια για οτιδήποτε (έναν αγώνα, μια σχολική εργασία, μια σχέση) διαφέρει από τις προσδοκίες σου, ο πιλότος (ο εγκέφαλος) αντιδρά και διορθώνει την πορεία με όλα του τα όπλα (ορμόνες, επίπεδα γλυκόζης, μυϊκός τόνος κτλ) σε βιολογικό επίπεδο. Ο βαθμός αντίδρασης του εγκεφάλου είναι γενικά ανάλογος με τη διαφορά. Μικρή διαφορά, μικρή προσαρμογή. Μεγάλη διαφορά, μεγάλη προσαρμογή. Και εδώ είναι το κλειδί της θεωρίας: υπάρχει μια λεπτή γραμμή στο επίπεδο της διαφοράς που όταν ξεπεραστεί, ο εγκέφαλος αντιδρά αναπάντεχα ανάποδα. Για παράδειγμα, αν πίστευες ότι το ποδοσφαιράκι με τους φίλους σου σήμερα το απόγευμα θα είναι παιχνιδάκι, και εξελιχθεί σε αγγούρι ο εγκέφαλος θα διαμαρτυρηθεί. Έι! Τι είναι αυτά; Αλλιώς μου τα’ χες πει. Δεν παίζω! Και το σώμα σου αντί να προσαρμοστεί στην αυξημένη προσπάθεια, θα σε εγκαταλείψει.

Μεγαλοφυές θα σκεφτείς! Άρα έχουμε την απάντηση. Αρκεί να περιμένεις πάντα το χειρότερο για να αποδίδεις καλύτερα. Κι όμως, λάθος. Όταν οι προσδοκίες ξεφύγουν τελείως προς το απίστευτα καλύτερο, τότε το μυαλό, μπαίνει στη δεν-αξίζει-τον-κόπο-να-ασχοληθώ διάθεση και πάλι εγκαταλείπει. Έτσι χάνουν οι ομάδες στα τελευταία λεπτά. Γι’αυτό εγκατέλειψες το διδακτορικό σου. Κάπως έτσι τελείωσε αναπάντεχα η σχέση σου.

Που μας φέρνει στο κυρίως πιάτο αυτής της αναλογίας. 

Είμαστε εθισμένοι να αντιμετωπίζουμε την αυτοπεποίθηση σαν νταηλίκι. Ένα μετάλλιο που μας πείθει συνεχώς ότι μπορούμε να αντιμετωπίσουμε όποια δυσκολία και να φέρει η ζωή στο δρόμο μας. Δεν είναι όμως έτσι. Η πραγματική αυτοπεποίθηση είναι η δυνατότητα να αγκαλιάζεις την πραγματικότητα για αυτό που ακριβώς είναι. Είναι η δεξιότητα του να μπορείς να μειώνεις την απόκλιση μεταξύ του τι νομίζεις ότι θα συμβεί (ή πρέπει να συμβεί ή σου αξίζει να συμβεί) και του τι συμβαίνει στα αλήθεια, ώστε μυαλό και σώμα να μπορούν να προετοιμαστούν αποτελεσματικά για μια αναλογική, όχι ασύμμετρη, απάντηση. Το εξαιρετικό The School of Life έχει υιοθετήσει αυτόν τον ορισμό. Μας λέει ότι “η δυνατότητα να πιστεύουμε στον εαυτό μας είναι σε τεράστιο βαθμό η αντανάκλαση της δυνατότητας να αντιλαμβανόμαστε τις πραγματικές διαστάσεις των δυσκολιών που θα αντιμετωπίσουμε.”

Αυτό είναι αλήθεια κάθε φορά που αξιολογούμε το πως αντιδρούμε σε μια απειλή.

Είναι εύκολο να λες ηρέμησε και να σνομπάρεις τους πανικοβλημένους, αλλά τι και αν οι άλλοι έχουν αντιληφθεί τη σοβαρότητα της κατάστασής καλύτερα από ότι εσύ; Κάθε φορά που λες σε κάποιον να χαλαρώσει στέλνεις το αντιφατικό μήνυμα ότι είτε αντιδρά υπερβολικά είτε ότι τους κρύβεις κάτι. Για αυτό το αποτέλεσμα είναι συνήθως το αντίθετο από ότι ελπίζεις.

Υπάρχει μια λεπτή διαφορά μεταξύ πανικού και αυτοπεποίθησης και δεν είναι αυτή που νόμιζες τόσο καιρό. Αυτοπεποίθηση σημαίνει, πρώτα απ’ όλα, να αποδέχεσαι την πραγματικότητα, όσο σκληρή και αν είναι, για αυτό ακριβώς που είναι. Δεν είναι εύκολο. Το λέει όμως και η θεωρία.


Βασισμένο σε άρθρα του Steve Magness για το email του Peak Performance (αξίζει τον κόπο να γραφτείς). Η μουσική είναι από το project Barbelle, του Σουηδού Claes Björklund, μέλος των iamamiwhoami.